ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟΣ – ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΤΟΥ

ο ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟΣ

Μια παρεουλα ηταν εφτα οκτω νοματοι,κι εργαζονταν σε μια δουλεια που’χε πολυ ραχατι.Κατα τσι δεκα αρχιζαν να τρωνε και να πινουν μερακλωνοταν κι αρχιζαν ως και χορο να στηνουν.

Το κολατσιο του ητανε διαφορα μεζεδακι, μα πιο πολυ τη βρισκανε με τα μπακαλιαρακια.Καθημερινως εις το μενου ηταν στην πρωτη θεση,γιατι ετυχε στους φιλους μας σε ολους να αρεσει.

Ενας απ’τη παρεα τους ομως διαμαρτυροταν για μπακαλιαρο αλμυρο συχνα παραπονιοταν.Ελεγε και ξαναλεγε πως ειναι σαλαμουρα και στο τραπεζι ητανε μια διαρκης φαγουρα.

Οι υπολοιποι σεφτοτανε τι να του ξετελεψουν,τη γκρινια του ηταν δυσκολο αλλο να την αντεξουν.Με τα πολλα σ’ενα απ’ αυτους του ηρθε μια ιδεα,πηγε στους αλλους για να δει ιντα θα πει η παρεα.Λεει το μπακαλιαρο στο νερο θάφησουμε βδομαδα,να ξαλμυρισει να γενει γλυκος σα μαρμελαδα.Μα σαν το δοκιμασομε θα λεμε ειν’ενα αλατι,να δουμε την αντιδραση, φιλοι μου του χωριατη.

Ετσα τα συμφωνησανε και σε καμπ’οσες μερες ο μπακαλαρος ετοιμος ηταν σε φυο πιατελες.Μ’αλλα πολλα τον βαλανε πανω σ’ενα τραπεζι ξαλμυρισμενο και γλυκο ωσαν το πετιμεζι.Τρωει λοιπον ο φιλος μας μα τσιμουδια δε βγαζει οι αλλοι κρυφοκοιταζαν και κανανέ του χαζι.

Τρωει και ενας απο αυτους ,λεει εχει πολυ αλατι,και πονηρα στο διπλανο του εκλεινε το ματι.Τρωει ενας αλλος τη μπυκια τη βγαζει απ’το στομα,λεει, εινα’αλμυρος και στο νερο ηθελε λιγο ακομα.

Ο φιλος μας τους ξανοιγε με μαθια γουρλωμενα,και απ’αυτα που θωριενε τα ειχενε χαμενα.Τσιμπαει αλλη μια φορα λιγο απ’τη πιατεαλ. μα θωριενε πως ητανε γλυκος σα καραμελα.

Τρωει ενας αλλος για αλμυρο λεει κι αυτος τα ιδια, κι αρχισαν να τον ζωνουνε το φιλο μας τα φιδια.

Ολ’ειπαν πως δεν ητανε ντιπι ξαλμυρισμενος,κι ο φιλος μας φαινοτανε τελειως σαστισμενος.Σκεφτεται,ξανασκεφτεται,μπας και δεν εχω γευση,?για ολους ειναι αλμυρος και μενα να μ’αρεσει?Σε μια στιγμη μια πηρουνια ακομα δοκιμαζει και μονομας σηκωνεται κι αρχιζει να φωναζει: ΔΙΑΛΕ ΤΟ ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟ ΣΑς ΠΟΛΥ ΑΛΑΤΙ ΕΧΕΙ,ΚΙ ΑΓΛΑΚΙΧΤΌΣ ΝΑ ΠΙΕΙ ΝΕΡΟ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΒΡΥΣΗ ΤΡΕΧΕΙ.